Πίσω από τις λέξεις... Αγγούρια με τη ρίγανη

Tuesday, May 06, 2008

| |
του Λουκά Τσουκνίδα
(απ' το monkie #04)

Σήκωσέ το, το γαμημένο...
δε μπορώ, δε μπορώ να περιμένω.
Αγνώστου στιχοπλόκου

Όχι πριν από πολύ καιρό, ο Γιώργος Ξανθιώτης ξεπήδησε απ' το μουσικοχορευτικό περιθώριο του Βαρδάρη, της Αχαρνών και των επαρχιακών γλεντάδικων για να ταρακουνήσει το μέινστριμ μπουζουκόκοσμο με το υπερχίτ “Τσικουλάτα”. Μ' αυτή την αναπάντεχη επιτυχία, έναν έθνο-μπιτ συνδυασμό βουλγάρικης (;) μελωδίας και ελληνικών (;) στίχων, βρέθηκε απ' τις ξεθωριασμένες αφίσες, με το λευκό περιθώριο από κάτω για επικόλληση του εκάστοτε καταστήματος κι ημερομηνίας, στις μεγάλες μαρκίζες της πρωτεύουσας. Το μαγαζί μάλιστα, που προανήγγειλε με μπίλμπορντς τις εμφανίσεις του δίπλα στην αγαπημένη πλατινέ φιγούρα της Σαμπρίνας, ονομάστηκε “Τσικουλάτα Live” προς τιμήν του σουξέ. Ο, όχι και τόσο νεαρός πια, τραγουδιστής απ' τους μαχαλάδες της Ξάνθης (τον Κασκανέ αν δεν κάνω λάθος) πήρε αυτό που του χρωστούσε η τύχη μετά από χρόνια αξιοπρεπούς άντερ-γκράουντ πορείας, τα δικά του 15 λεπτά στο πρωινάδικο της αρεσκείας μας. Κι ύστερα γύρισε στη βάση του, εκεί που τον αγαπούν ανόθευτα.



Πριν από κάπως πιο πολύ καιρό, μια μεγάλη τράπεζα εξαπέλυσε διαφημιστική καμπάνια, βγαλμένη θαρρείς απ' τους τοίχους των Εξαρχείων. Σλόγκαν και φράσεις που απαξίωναν το χρήμα και μας υπενθύμιζαν ότι άλλα είναι εκείνα που μετράνε στη ζωή. “Η ευτυχία γράφεται με Ε κι όχι με €” ή “Αυτά που ζούμε δε χωράν σ' ένα πορτοφόλι” κι άλλα τέτοια ύποπτα που μας προέτρεπαν να το ξανασκεφτούμε πριν μπούμε στο τοπικό υποκατάστημα κι εμπιστευτούμε την τύχη μας στα χέρια τους. Πόσοι από εμάς δε χαμογελάσαμε συγκαταβατικά παραδεχόμενοι την αλήθεια που κρύβουν τα παραπάνω κλισέ, αλλά ρεαλιστές όπως είμαστε μπήκαμε μέσα, ξέροντας τουλάχιστον ότι αυτοί δεν είναι σαν τους άλλους. Ήθελαν την εμπιστοσύνη μας πριν από τα λεφτά μας. Κι ύστερα βγήκαμε φτωχότεροι μα ήσυχοι, λίγο πριν μας βομβαρδίσει η επόμενη καμπάνια.

Όταν ακόμα πιο πολύ καιρό πριν, ο άγνωστος ποιητής της εξέδρας έστιβε το μυαλό του για να εκφράσει με τρόπο σύντομο και περιεκτικό, αλλά πάντα με σεβασμό στη ρίμα και στο ρυθμό, τον χιλιοτραγουδισμένο γκαϊλέ της προσμονής ενός τίτλου, σίγουρα δεν περίμενε το άντεργκράουντ χιτ του να σπάσει το φράγμα του μέινστριμ με τέτοιο κρότο. Όσο βέβαια επρόκειτο για έναν τίτλο συλλογικού ενδιαφέροντος, ήταν ακόμα ένα υβριστικό στιχάκι εκείνων των χουλιγκάνων που αποτρέπουν τους φιλήσυχους φίλαθλους-οπαδούς-πολίτες απ' το να πάνε στο γήπεδο με το τάβλι, το παιδί, τον κολλητό ή και τη γυναίκα τους ακόμα (θεός φυλάξοι). Μόλις ο τίτλος αυτός έγινε θέμα εθνικό, το στιχάκι άρχισε να τραγουδιέται από τα χείλη που δικάζουν και καταδικάζουν με ευκολία τους εμπνευστές του σε κάθε ευκαιρία. Με μια διαφορά. Το τραχύ και λούμπεν γαμημένο μετατράπηκε στο αξιοπρεπές τιμημένο ή ακόμα καλύτερα στο ευσεβές ευλογημένο. Κι ύστερα το σηκώσαμε το... αφορισμένο και το στιχάκι επέστρεψε στο πέταλο όπου ανήκει, μέχρι να λογοκριθεί ξανά για χάρη της Έλενας Παπαρίζου.

Κάτι περίεργοι τύποι σαν τον Έκο κι άλλους ψαγμένους, θα έσκιζαν τα πτυχία και θα έτρωγαν τα βιβλία τους (που είναι και πιο χοντρά απ' του αγαπημένου μας τηλεπλασιέ) αν οι λέξεις ήταν τόσο κενές νοήματος που να μπορούν ν' αντικατασταθούν έτσι εύκολα, χωρίς οι νέες σημασίες να χορέψουν κότς-κοτς-κότσαρη, με τακούνια κουμπάρας σε ποντιακό γάμο, πάνω στο πτώμα των παλιών. Η ειδοποιός, σκανδαλωδώς εξόφθαλμη διαφορά του γαμημένου απ' τ' άλλα δύο είναι ότι δηλώνει αγανάκτηση, εκτοξεύει χολή κι ασέβεια προς τον τίτλο-σύμβολο, τον αμφισβητεί κι επιζητά να τον ρίξει απ' το βάθρο του για να πάψει να κοιτάζει αφ' υψηλού. Οι εναλλακτικοί χαρακτηρισμοί τιμημένο κι ευλογημένο απ' την άλλη, φανερώνουν μια διάθεση γαλιφιάς και γλυψίματος προς τον τίτλο-ευεργέτη, αυτή την οσφυοκαμψία του χλιαρού ανθρώπου που τον φέρνει μεν ψηλά, αλλά δυσκολεύεται πια να σταθεί όρθιος για ν' απολαύσει τη θέα.

Τι άλλο μπορεί να είναι ένας αθλητικός τίτλος από γαμημένος; Η κοπιαστική πορεία προς την κατάκτησή του κι η στιγμιαία ηδονή που νιώθει ο κατακτητής κι οι οπαδοί του, ακολουθείται απ' την επιστροφή στην εκκίνηση για μια νέα πορεία προς την κατάκτηση κ.οκ. σε λούπα. Όπως κι η πορεία προς τον οργασμό, που επαναλαμβάνεται υπό μορφήν σισύφειου μαρτυρίου χάριν της στιγμιαίας αυτής ευτυχίας, η οποία μας αποζημιώνει για τα πάντα. Δεν είναι τιμημένος γιατί δεν αποδίδουμε τιμές π.χ. στο κύπελλο, αλλά στον κατακτητή του. Δεν είναι ευλογημένος γιατί η τύχη του κυπέλλου εν προκειμένω, δεν είναι ιδιαίτερη ή ξεχωριστή, παρά η ίδια κάθε χρόνο: να πέφτει στα χέρια κάτι ιδρωμένων, τριχωτών τύπων που το σηκώνουν ψηλά, το φιλούν, το χαϊδεύουν, το αγκαλιάζουν και το γεμίζουν με σαμπάνια απ' όπου θα πιουν με τη σειρά. Σκέτη ταλαιπωρία δηλαδή*.

Έλα όμως που ο οργασμός του φίλαθλου-οπαδού και συγκεκριμένα του περιστασιακού, είναι κατά βάση λανθάνων, αφού ο ίδιος δεν κόπιασε ούτε δευτερόλεπτο και δεν έχυσε ούτε στάλα ιδρώτα παρά μόνο στα πηγμένα βαγόνια του ηλεκτρικού καθ' οδόν για τον αγώνα αν είναι γηπεδικός ή απ' την υπερθέρμανση λόγω υπερκατανάλωσης πίτσας και μπίρας αν είναι καναπεδάκιας. Έτσι, η αποδοχή της μετατροπής του επιθέτου γαμημένο στα πιο λάιτ τιμημένο κι ευλογημένο, έρχεται μ' ελαφριά καρδιά μιας και δε μπήκαμε ποτέ στο πετσί του ρόλου, δε διακινδυνεύσαμε κάτι πραγματικά δικό μας και κοντολογίς, υποκριθήκαμε τον πούστη με τον κώλο κάποιου άλλου.

Σ' αυτή λοιπόν τη χαλαρή, ανέραστη σχέση μας με τα πράγματα που δήθεν αγαπούμε, η μέινστριμ κουλτούρα (και όχι μόνο) αναμενόμενα κερδοσκοπεί επιτυχώς. Αλλάζει τις λέξεις και τις σημασίες κατά βούληση και μετονομάζει έτσι μ' ευκολία, την τσιμεντούπολη σε αστικό τοπίο, την επιτήδευση σ' επανάσταση, την ανοησία σε εκκεντρικότητα, τη στερεοτυπία σε άποψη, την κατανάλωση σε τρόπο ζωής, την εξαπάτηση σ' επικοινωνία, τις δημόσιες σχέσεις σε κοινωνική δικτύωση, τη μαλακία σε τέχνη, τα φύκια σε μεταξωτές κορδέλες. Κι αν προσπαθήσεις ν' αντιμιλήσεις σου κουνά το δάχτυλο και σου λέει:

-Ποιος νομίζεις ότι είσαι;
-Εμείς στην Ινδία, απαντά ο Πίτερ Σέλερς στο “Πάρτυ”, δε νομίζουμε, ξέρουμε ποιοι είμαστε... και τσουγκρίζει το ποτήρι του με τον Νικολά Αλι-αγκά που πίνει μπράντι με τόνικ για τον ίδιο ακριβώς γαμημένο λόγο.

* Η λέξη ταλαιπωρημένο δε μπορεί να μπει στο σύνθημα λόγω δύο παραπάνω συλλαβών που χαλούν το μέτρο.



(Οι φωτογραφίες είναι από την προ τετραετίας βιτρίνα διάσημου καταστήματος σε εμπορική οδό της ερωτικής πόλης. Στις αφίσες απεικονίζονται ο Γιάννης Φλωρινιώτης και η Αννέτα Μαρμαρινού.)