Η λέσχη των κλαψιάρηδων

Wednesday, April 01, 2009

| |
του Λουκά Τσουκνίδα
(απ' το monkie #08)

«Victory has a thousand fathers, but defeat is an orphan.»
John Fuckin' Kennedy

Η λέξεις «νίκη» και «ήττα», στο πλαίσιο του απλοϊκού τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, ταυτίζονται συχνά με τις λέξεις «επιτυχία» και «αποτυχία». Στην πραγματικότητα έχουν μία πολύ σημαντική διαφορά. Η νίκη, όσο και η ήττα, έχει χαρακτήρα βραχυπρόθεσμο κι η γλυκιά —ή η πικρή αντιστοίχως— επίγευση που αφήνει έχει μικρή διάρκεια, αρκετή για να επηρεάσει την προσωρινή διάθεσή μας, αλλά όχι και τη στάση μας απέναντι στον εαυτό μας και τη ζωή. Η επιτυχία κι η αποτυχία πάλι, είναι κάτι πιο αόριστο, άρα και λιγότερο τελεσίδικο, παρ' όλ' αυτά όμως, επηρεάζουν πολύ περισσότερο την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο και τη θέση μας σ' αυτόν. Μ' έναν γελοίο, όσο και τραγικό, τρόπο ορίζουν τη ζωή μας.


Όποιος έχει βάλει ένα τουλάχιστον γκολ στη ζωή του —έστω και σπρώχνοντας παρασιτικά τη μπάλα επάνω στη γραμμή μετά από κοπιαστική προσπάθεια κάποιου άλλου— μπορεί θεωρητικά να καταλάβει πόσο όμορφα νιώθει κανείς μετά από μια στιγμιαία κι αναπάντεχη νίκη, αλλά και πόσο προσωρινό είναι το συναίσθημα αυτό. Πώς δεν αλλάζει απολύτως τίποτε στη μεγαλύτερη εικόνα και πόσο σύντομα επιστρέφει κανείς στην πρότερη ουδέτερη κατάσταση, εκείνη του συνηθισμένου ανθρώπου που θεοποιεί τη νίκη και τρέμει μπροστά στο ενδεχόμενο της ήττας, που ενθουσιάζεται με το αναπάντεχο κι απογοητεύεται με το αναπόφευκτο, που ανακαλύπτει το αυτονόητο και θεωρεί δεδομένο το αμφίβολο. Ακούγεται σα βουδίζουσα αμπελοφιλοσοφία —κατάλοιπο απ' τα χρόνια μου στη βουδιστική νεολαία— μα δεν είναι τίποτ' άλλο απ' την προσπάθειά μας να κάνουμε το εφήμερο συναίσθημα της νίκης μόνιμο, να τη μετατρέψουμε δηλαδή σε επιτυχία και να ξορκίσουμε μια και καλή το φάντασμα της οριστικής ήττας που γυροφέρνει την άθλια ύπαρξή μας, τη φοβερή και τρομερή —ουουου!— αποτυχία.

Στο φιλμ του Ντέιβιντ Φίντσερ, Fight Club, ένας νεαρός εργαζόμενος σε κάποια εταιρεία —η εταιρεία είναι ο διάβολος που με το μήλο της επαγγελματικής επιτυχίας μας δελέασε, τους αθώους παρθένους, έξω απ' τον παράδεισο της απλής ζωής με τον μπαχτσέ και τη μεσημβρινή σιέστα— πάσχει από αϋπνίες, πιθανότατα λόγω του κενού νοήματος βίου του στην πολυπληθή αλλ' απρόσωπη πόλη, στο λειτουργικό αλλά ψυχρό διαμέρισμα με τα όμορφα αλλά άβολα έπιπλα, ευέλικτες λύσεις για μια σύγχρονη ζωή, αποδείξεις μιας υποτιθέμενης επιτυχίας που δεν είναι αυτό που του έταξαν ή περίμενε όταν έστελνε το βιογραφικό απ' το βαρετό κωλοχώρι του. Μουδιασμένος λοιπόν, απ' αυτή την συντριπτική για την ύπαρξή του διαπίστωση, δε μπορεί να νιώσει τίποτε κι έτσι αρχίζει να παρακολουθεί ομάδες ψυχοθεραπείας ανθρώπων με αληθινά προβλήματα —καρκίνους, γυναικομαστίες κλπ.— μπας και καταφέρει να δει τη θετική πλευρά, που λεν κι οι γκουρού της αυτοβελτίωσης. Φυσικά, παρά τη ευκαιρία που του δίνεται να πλαντάξει στο κλάμα χωρίς ενοχές, οι απτές λύσεις δίνονται μόνο σε απτά προβλήματα, όχι δηλαδή στο δικό του, αφού ένα πρόβλημα που τό 'χουν όλοι —το ν' αντιλαμβάνεσαι ξαφνικά τη ματαιοπονία μπροστά στο στάνταρ του θανάτου— είναι σα να μην τό 'χει κανένας.

Εδώ λοιπόν ο θεατής, ο σύγχρονος άνθρωπος δηλαδή, ταυτίζεται με τον ήρωα, τον καταλαβαίνει, τον νιώθει βρε αδερφέ και δε βλέπει την ώρα να επαναστατήσει μέσω εκείνου ενάντια σ' αυτό το σύστημα που τον δελεάζει πρώτα, τάζοντάς του ότι μπορεί κι αυτός να γίνει ένας εξερευνητής, αεροπόρος, πρωταθλητής ή σούπερσταρ κι ύστερα τον υποδουλώνει και τον καταπιέζει, μην αφήνοντάς τον να γίνει αυτό που πιστεύει ότι θα μπορούσε να γίνει. Το οποίο προφανώς δεν είναι σκουπιδιάρης ή τορναδόρος, αλλά εξερευνητής, αεροπόρος, πρωταθλητής ή ακόμη και σούπερσταρ. Το σύστημα έπιασε το θύμα μέσω της φαντασίωσης ή το θύμα έφτιαξε το σύστημα για να υλοποιήσει τη φαντασίωση; Οτιδήποτε μας κάνει, αρκεί το θύμα να παραμείνει θύμα.

Ο ήρωάς μας στη συνέχεια, βρίσκει κάποιον να τον αφυπνίσει και να τον βγάλει απ' τη μιζέρια του. Είναι ένας κυνικός, μονήρης μισάνθρωπος που ζει δυναμικά το παρόν όσο προετοιμάζει το μέλλον, μια τρομοκρατική ενέργεια που θα τραντάξει συθέμελα το σύστημα και θα το διαλύσει απ' τη ρίζα του, το τεράστιο οικοδομικό συγκρότημα στην καρδιά της Νέας Υόρκης απ' όπου διαφεντεύεται η παγκόσμια οικονομία. Στη φαντασία του και μόνο βέβαια, αφού πρόκειται απλώς για τον επαγγελματικό μικρόκοσμό του και τίποτε άλλο. Αλλά τι κρίμα που ο σωτήρας είναι απλώς το άλτερ-έγκο του, να του θυμίζει ότι ο άλλος δρόμος ήταν πάντα εκεί, ο σπόρος του ρηξικέλευθου επαναστάτη ήταν μέσα του, αλλά εκείνος επέλεξε να τον αφήσει να σαπίσει για να εξελιχθεί τελικά σε κάτι αρρωστημένο. Μια στρεβλή, δηλαδή, μορφή αντίδρασης και μια κριτική μονόπλευρη κι εγωκεντρική, όπου η ατομική, μη αναστρέψιμη «αποτυχία» χρεώνεται σε όλους και τελικά στο απρόσωπο σύστημα. Και τι έμεινε; Μερικά συντρίμια στο σημείο μηδέν κι ένα μάτσο θερμοκέφαλοι σαπιοκοιλιάδες που παίζουν ξύλο μεταξύ τους, επίδοξοι σαμποτέρ του αόρατου εχθρού που δεν τους αφήνει να εκπληρώσουν όλο το ανύπαρκτο φάσμα των δυνατοτήτων τους.

Πίσω στον πραγματικό κόσμο, λίγο μετά την επιτυχία της ταινίας, εμφανίστηκαν εδώ κι εκεί διάφορα φαινόμενα τύπου Fight Club, με κύριους μετέχοντες κάποιους χαρτογιακάδες (desk jokeys για τους άγγλους) οι οποίοι θεωρούν πως η ζωή τους έχει ρίξει επειδή ξοδεύουν τις εργασιακές τους ώρες πίσω από ένα γραφείο. Τι περίεργο! Νόμιζα ότι οι ριγμένοι της υπόθεσης ήταν οι οικοδόμοι κι οι πάσης φύσεως χαμάληδες... Σύντομα, κάποιος είδε ένα κενό στην αγορά της ψυχαγωγίας που κραύγαζε για να καλυφθεί κι άρπαξε την ευκαιρία. Με το κατάλληλο αντίτιμο λοιπόν, ο κάθε management executive consultant director marketing software engineer, μπορεί να ζήσει πια στιγμές Fight Club κόντρα σε άλλους κοστουμάκηδες, σε καθαρό, προστατευμένο περιβάλλον, με πολιτισμένη ατμόσφαιρα και κοκτέιλς ή δείπνο στην κερκίδα, χωρίς αιματηρές φαντασιώσεις επανάστασης: «Όπως οι περισσότεροι, μπορώ να σας πω πόσο αξίζει το σπίτι κι οι μετοχές μου και τι σύνταξη θα πάρω όταν έρθει η ώρα. Είναι βαρετό. Όταν μπαίνεις όμως στο ρινγκ η επαγγελματική σου υπόσταση απλά εξατμίζεται. Δε γεννήθηκα για να κάθομαι πίσω από ένα γραφείο. Θα ήθελα να είμαι ένας εξερευνητής του 18ου αιώνα ή ένας κονκισταδόρ. Το Fight Club είναι το τρίτο καλύτερο.» Τάδε έφη ένας τέτοιος χαρτογιακάς.

Προφανώς, κανείς μας δε γεννήθηκε για να κάθεται πίσω από ένα γραφείο. Κανείς μας δε γεννήθηκε για να κάνει οτιδήποτε συγκεκριμένο, ούτε καν για την... καταστροφή. Και φυσικά όλοι θα ήθελαν να είναι κονκισταδόρες ή εξερευνητές του 18ου αιώνα, όμως δε θα μάθουμε ποτέ αν θα κατάφερναν να φτάσουν μέχρι την έξοδο του λιμανιού χωρίς να ξεράσουν το ρούμι που κατέβασαν στα προεόρτια η να γυρίσουν πίσω με το σκαλπ τους στη θέση του. Και το να πληρώνεις αδρά για να αλληλοξυλοφορτωθείς με μίνιμουμ ρίσκο σίγουρα δεν είναι το τρίτο καλύτερο. Χειρότερα ακόμη, όπως ακριβώς και τ' άλλα δύο, είναι μια φαντασίωση. Μια άρον-άρον, τελευταία προσπάθεια για αντικατάσταση του αβάσταχτου μυθοποιημένου σχήματος «Επιτυχία vs. Αποτυχία» με το ανακουφιστικά εφήμερο και μακράν πιο ορθολογικό «Νίκη vs. Ήττα». Ένας αγώνας χαμένος δηλαδή, απ' τη στιγμή που πατάς το πόδι σου στο καναβάτσο.

(Τη φωτογραφία με τις γυναίκες που ετοιμάζονται να πλακωθούν στα μπουκέτα, πήραμε απ' τη συλλογή του Powerhouse Museum στο flickr.)